«Συμφέρουν οι ήρωες και οι ψευδαισθήσεις» – Συνέντευξη του Δημήτρη Κωνσταντίνου στην Πωλίνα Γουρδέα για το Fractal

Ο Δημήτρης Κωνσταντίνου Π. είναι ένας νέος συγγραφέας και εκδότης. Μαζί με τον Νίκο Κατσιαούνη έχουν τον εκδοτικό οίκο Εξάρχεια. Η γραφή του αποτυπώνει μια ζοφερή πραγματικότητα χωρίς μελοδραματικούς τόνους. Σκληρός σε σημεία και φοβερά ευαίσθητος στα ερεθίσματα της ανθρώπινης ψυχής, ο Κωνσταντίνου έχει κατακτήσει έναν λόγο σταθερό σαν βάδισμα που αναγκάζει τον αναγνώστη να τον ακολουθεί στις περίπλοκες διαδρομές που κάθε φορά επιλέγει. Τα τέσσερα πρώτα βιβλία του Κρούγκερ, Unabomber, Νταρκ και Indigo (εκδ. Εξάρχεια) αποτελούν μια τετραλογία αυτόνομων λογοτεχνικών έργων που γράφτηκαν για να ελευθερώσουν τον συγγραφέα από ένα βαρύ φορτίο. Πρόσωπα σαν τον Κωνσταντίνου, με σκέψη και έγνοια για τις λέξεις, αποδεικνύουν πως σε κάθε εποχή δεν είναι όλος ο κόσμος παρηκμασμένος, αλλά ένα μέρος θεσμών και ανθρώπων. Ο ίδιος μας μιλά, σε αυτή του τη συνέντευξη, για την οπτική του γύρω από το θέμα της συγγραφής, για τα βιβλία του, αλλά και για τον εκδοτικό χώρο στον οποίο ανήκει. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως αυτή η παρουσία θα ταράξει τα νερά στο χώρο των γραμμάτων και θα αποτελέσει σημείο εκκίνησης για τους αυριανούς αναγνώστες. Η συνέντευξη εμφανίστηκε αρχικά στο http://fractalart.gr/dimitris-konstantinou-p/

-Το τελευταίο σου μυθιστόρημα λέγεται Indigo (εκδ. Εξάρχεια). Ονομάζεις όλα τα πρόσωπα του βιβλίου μ’ ένα συγκεκριμένο χρώμα που αποδίδει και ανάλογες ιδιότητες. Το χρώμα χρησιμοποιείται ως όνομα – ορισμός της προσωπικότητας. Γιατί αποφάσισες να χρωματίσεις τους ήρωές σου;

Κατά σύμπτωση, προέκυψε ένα μήνυμα πριν λίγο καιρό στο φέισμπουκ από μια αναγνώστρια, τη Γεωργία Μπαλογιάννη, που δίνει την καλύτερη απάντηση στο ερώτημα αυτό. Σύμφωνα μ’ αυτήν, πρόκειται για «ένα τόσο αρσενικό μυθιστόρημα που μπορεί να γοητεύσει τη γυναίκα αναγνώστρια γιατί οι ταυτίσεις γίνονται σε υπαρξιακό πολυ-επίπεδο. Τα χρώματα-ονόματα, γεμάτα φωτοσκιάσεις απορροφούν και αντανακλούν το φως παίζοντας με τις διαστάσεις και τις εκπλήξεις της ανθρώπινης ψυχής». Δεν θα μπορούσα να το πω καλύτερα.

-Μέσα στο βιβλίο σου διέκρινα τη νοσταλγία για τις παρέες που χάνονται. Ήθελες να μιλήσεις γι’ αυτό; Ο πόνος που προκύπτει από τους αποχαιρετισμούς των φίλων είναι αιτία για να γράψει κανείς ένα βιβλίο;

Ο πόνος και κυρίως η εκμετάλλευση του πόνου, η αναμόχλευση των πιο σπαρακτικών συναισθημάτων είναι η αιτία των περισσότερων βιβλίων και ευθύνεται τις περισσότερες φορές για το κιτς αποτέλεσμα. Ελπίζω όχι στα δικά μου βιβλία, γιατί δεν θεώρησα ποτέ το μελόδραμα ως είδος λογοτεχνίας.

Στο indigo, όπως και στα προηγούμενα βιβλία μου, δεν ήθελα να μιλήσω για τις παρέες που χάνονται, αλλά ήθελα να θυμίσω, στην περίπτωση που μας διαφεύγει, ότι όλα χάνονται. Και μαζί με όλα χάνονται και τα προβλήματα, τελειώνουν και τ’ αδιέξοδα.

-Ποιο θεωρείς ότι είναι το κεντρικό θέμα της τετραλογίας σου (Κρούγκερ, Unabomber, Νταρκ και Indigo); Υπάρχει;

 Και τα τέσσερα βιβλία, όπως ο κόσμος όλος, περιστρέφονται γύρω από το μηδέν. Χωρίς αυτό δεν θα είχαμε τέχνη, δεν θα είχαμε λογοτεχνία. Είμαστε μηδενικά που ζούμε την περιπέτειά μας και όποιος παίρνει τη ζωή στα σοβαρά θα του πρότεινα ν’ αρχίσει το μπιλιάρδο. Τσαλαβουτάμε σε μια τρικυμία του μηδενός και δεν έχουμε τίποτα για να πιαστούμε. Δεν έχει πολύ πλάκα;

Το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να ομορφαίνουμε τη ζωή μας και κυρίως να μην αφήνουμε κανέναν να την ασχημαίνει, υπάρχουν πολλοί τέτοιοι υποψήφιοι εκεί έξω. Να μια θρησκεία που αξίζει. Ακολουθήστε με… Αστειεύομαι, φυσικά. Γιατί δεν υπάρχει η μοναδική αλήθεια ούτε το ψέμα. Μόνο το ένστικτο, που έχουμε όλοι καταπιέσει. Είναι το μόνο που ξέρει να λιώνει μέσα του τη λογική και το συναίσθημα σε μία απόφαση. Αξίζει ν’ αρχίσουμε να το δουλεύουμε ξανά.

Από τη μία, λοιπόν, έχουμε ένα απέραντο σύμπαν του μηδενός και από την άλλη κάτι ανθρωπάκια με φουσκωμένα στήθια από τις ψεύτικες ελπίδες που μοίρασαν τόσους αιώνες και μοιράζουν ακόμη οι ιδεολογίες, οι θρησκείες, η ηθικοπλαστική στην τέχνη και τη λογοτεχνία, οι γονείς και τα κράτη. Όμως σε κάθε μας αναπνοή ξεπετάγονται οι σαρκαστικές εκφάνσεις του μηδενός και μας τρομοκρατούν και τότε βγάζουμε από μέσα μας τον σατανά γιατί νομίζουμε ότι έτσι θα σώσουμε το τομάρι μας μες στον πανικό μας. Αυτό το κακό στους ανθρώπους απομόνωσα στα παραμύθια μου για να το εξορκίσω. Αυτό που αναγνώρισα πριν απ’ όλους τους άλλους στον ίδιο μου τον εαυτό. Ουσιαστικά διέλυσα τον εαυτό μου στα συστατικά στοιχεία του και τα μετάγγισα σ’ όλους τους χαρακτήρες των βιβλίων μου. Όλοι τους έχουν κάτι από μένα. Η φαντασία μπορεί να κάνει απίθανα πράγματα.

Όσο για το μηδέν που λέγαμε, η επίγνωσή του θα μας έσωζε απ’ όλα αυτά, αλλά δεν τη βλέπω πουθενά. Συμφέρουν οι ήρωες και οι ψευδαισθήσεις. Ας αναρωτηθούμε τι κρύβεται από πίσω τους.

-Με το Indigo συμπληρώνεται μια τετραλογία αυτόνομων λογοτεχνικών έργων σου. Θεωρείς ότι απευθύνεσαι σ’ ένα συγκεκριμένο κοινό; Και αν ναι, ποιο είναι αυτό;

Φυσικά και δεν απευθύνομαι σ’ ένα συγκεκριμένο κοινό. Απευθύνομαι σε όλους, ξέροντας ότι μέσα στον κυκεώνα της βιομηχανικής παραγωγής λογοτεχνίας λίγους θα καταφέρω να προσεγγίσω. Έστω κι έτσι όμως η ικανοποίηση είναι μεγάλη. Πρώτα, από τους φίλους που όταν διάβασαν ένα βιβλίο μου δεν μπορούσαν να κοιμηθούν το βράδυ, ήθελαν να πίνουν μέχρι το πρωί, γιατί όλοι κουβαλάμε μολότοφ στις ψυχές μας, και δευτερευόντως από τα λίγα ενθαρρυντικά έως κολακευτικά λόγια που άκουσα ή διάβασα από καταξιωμένους ανθρώπους των γραμμάτων, όπως ο Παπαγιώργης ή ο Ροζάνης. Η πιο μεγάλη ικανοποίηση, όμως, προέρχεται από τα λόγια άγνωστων ανθρώπων που δείχνουν ότι παραβίασαν γλυκά το άβατο των σκέψεών μου, σαν να με συντρόφευαν τις ώρες της συγγραφής. Γενικότερα, ο στόχος είναι ο καλλιεργημένος αναγνώστης. Λίγοι και καλοί.

-Γράφεις μυθιστορήματα και κάνεις μεταφράσεις. Η ζωή σου γυρνά γύρω από τις λέξεις. Διατυπώνεις με το έργο σου μια κριτική του καιρού σου;

Όλοι διατυπώνουμε με τη ζωή μας και τα λόγια μας μια κριτική του καιρού. Για τη γραφή μου και τα βιβλία μου έχει ειπωθεί από φίλους και κριτικούς ότι δεν θυμίζουν καθόλου Ελλάδα. Δεν ξέρω πώς γίνεται αυτό, αλλά νιώθω να με τιμάει.

-Ποια η γνώμη σου για τον εκδοτικό χώρο στην Ελλάδα του σήμερα;

Η επαφή μου με τον εκδοτικό χώρο στην Ελλάδα δεν περιορίζεται στα ρομαντικά χωράφια της συγγραφής και της μετάφρασης ή των φανζίνς. Μαζί με τον Νίκο Κατσιαούνη ξεκίνησα μια εκδοτική προσπάθεια πριν 7 χρόνια (εκδόσεις Εξάρχεια) κι έτσι ήρθα σ’ επαφή με τον εμπορικό –και κατ’ επέκταση καθόλου ρομαντικό– κόσμο των εκδόσεων, αλλά και με τη κενοδοξία ορισμένων ανθρώπων.

Από οικονομική σκοπιά, πάντως, ο χώρος των εκδόσεων αντιμετωπίζει όλα τα προβλήματα που αντιμετωπίζει ο εμπορικός κόσμος, ό,τι κι αν εμπορεύεται. Και όπως σε όλους τους τομείς του εμπορίου, τα οικονομικά προβλήματα έχουν καταστροφικές συνέπειες στην ποιότητα των προϊόντων. Μόνο που στην περίπτωση των βιβλίων αυτό έχει καταστροφικές συνέπειες και στην ποιότητα των μυαλών και των ψυχών των ανθρώπων. Τόσο απλά. Όλοι ποντάρουμε στις εξαιρέσεις. Είτε για να εκδώσουμε, είτε για να διαβάσουμε.

-Στους νέους συγγραφείς που θέλουν να προσεγγίσουν τις εκδόσεις Εξάρχεια τι έχεις να πεις;

Πρώτα απ’ όλα είμαστε αναγνώστες. Και σαν αναγνώστης δεν θα ήθελα το βιβλίο που διαβάζω να λέει αυτά που έχω ήδη σκεφτεί, να τα βλέπω τυπωμένα στο δημόσιο χώρο και να φουσκώνω από περηφάνια, μπράβο μου, το σκέφτηκα κι εγώ αυτό, τι σπουδαίο βιβλίο είναι αυτό αφού περιγράφει αυτά που σκέφτηκα κι εγώ. Αντίθετα, θέλω να βλέπω τυπωμένο αυτό που δεν σκέφτηκε ποτέ κανείς. Αυτό που με μειώνει, που μου δείχνει πόσο ανάπηρος είμαι πνευματικά. Αυτό πιστεύω κάνει τα αριστουργήματα. Που αρχίζουν να λείπουν στις μέρες μας. Μπορεί να υπάρχει η αίσθηση πως ό,τι κι αν σκεφτείς έχει ειπωθεί, αλλά αυτό είναι λάθος. Πάντα υπάρχει λίγος χώρος για το καινούργιο. Μόνο ρωγμές, φυσικά, που κάνουν σπάνια τα αριστουργήματα.

Στα δικά μου βιβλία, αν ενδιαφέρει αυτό, παίζω κάθε φορά το ρόλο διαφορετικού συγγραφέα. Το Κρούγκερ είναι γραμμένο από έναν έφηβο και αφορά την έννοια της συλλογικότητας και της πολιτικής δράσης όπως βιώνονται σε ανώριμες ηλικίες. Γι’ αυτό η γραφή είναι ανώριμη. Το Unabomber έχει γραφτεί από πριμιτιβιστή συγγραφέα, που σιχαίνεται τον πολιτισμό και φτάνει τόσο πίσω που κατηγορεί την εμφάνιση του Λόγου ως την αιτία της κατάντιας των ανθρώπων. Πρόκειται για μια δυστοπία με οργισμένη γραφή. Το Νταρκ είναι γραμμένο από συγγραφέα-αεροπόρο που μιλάει για έναν καταδικασμένο φίλο του. Η γραφή είναι βιωματική και με κλώτσησε πίσω στην εποχή της αμετροέπειας και του κινδύνου που μύριζε κηροζίνη. Τότε που άνθρωποι έρχονταν κι έφευγαν από τη ζωή χωρίς λόγο. Το βιβλίο αυτό ήταν ίσως και η αφορμή της τετραλογίας. Τέλος, το Indigo είναι γραμμένο από τον ονειροπαρμένο μιας παρέας, που έχει εγκαταλείψει τον μάταιο αυτό κόσμο και μιλάει για τη φιλία.

-Από τα διαβάσματά σου ποιο ήταν εκείνο το βιβλίο που σ’ έκανε να στραφείς στη συγγραφή (έστω και από ζήλεια);

Δεν στράφηκα στη συγγραφή από ζήλεια, αλλά από ανάγκη. Είχα 4 βιβλία μέσα μου που έπρεπε να ξεγεννήσω αλλιώς θα μου έτρωγαν τα σωθικά. Ίσως αυτό να σημαίνει ότι δεν θα ξαναγράψω, δεν μπορώ να ξέρω, αλλά όσο ζω θα είμαι αναγνώστης, αυτό είναι σίγουρο. Προς το παρόν, έχω δύο γιους που με μεγαλώνουν πριν την ώρα μου και παίζω πολύ μπιλιάρδο.

Πάντως, με τη λέξη ζήλεια που ανέφερες, χτύπησε αμέσως ένα καμπανάκι μέσα μου από τα παλιά. Θυμάμαι όταν διάβασα το «Ταξίδι στην άκρη της νύχτας» του Σελίν πόσο είχα ζηλέψει τον άνθρωπο αυτό. Την καυστικότητα και τον πεσιμιστικό σαρκασμό του, που σου εκτοξεύει οξύ κατάμουτρα και κάνει το πρόσωπό σου να παραμορφώνεται με μορφασμούς πόνου και γέλιου που θα μείνουν εκεί χαραγμένοι για πάντα. Και για όσους δεν το ξέρουν ο ίδιος ο Σελίν είχε πει: «Το μόνο πραγματικά μοχθηρό βιβλίο απ’ όλα τα βιβλία μου είναι το ταξίδι… Με πιάνετε… Το ευαίσθητο βάθος…».

 

Απόσπασμα από το μυθιστόρημα Indigo

Η ζωή είναι κίνηση, κι αν σταθείς ακίνητος για να αναλογιστείς τι ακριβώς κάνεις, φλερτάρεις με την παράνοια. Μέσα και έξω από τη φυλακή το ίδιο. Ίσως κάποτε έρθει ο καιρός να παγώσουν όλα. Οι άνθρωποι σαν παχύσαρκα φυτά θα ριζώνουν στις πολυθρόνες τους και όλα θα γίνονται με ηλεκτρόδια και δίκτυα. Καμία ανάγκη μετακίνησης. Όλες οι φυλακές άχρηστες, θα ερημώσουν. Απόλυτη ελευθερία, ακινησία και σιωπή στον πλανήτη. (σελ. 136)

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

Ο Δημήτρης Κωνσταντίνου Π. γεννήθηκε την τελευταία μέρα του 1972 και μεγάλωσε στη Θεσσαλονίκη. Όταν ήτανε παιδί πετούσε στα σύννεφα, ώσπου κάποια στιγμή προσγειώθηκε και συνέχισε τη ζωή του στην Αθήνα, μεγαλώνοντας μαζί με δύο παιδιά. Δραστηριοποιείται στο χώρο των εκδόσεων και έχει δημοσιεύσει κείμενα πολιτικής και τέχνης στο περιοδικό Βαβυλωνία και στις 4 συλλογές κειμένων νυκτεγερσία. Έχει γράψει το επίμετρο στο μυθιστόρημα Εμείς του Yevgeny Zamyatin. Από τις εκδόσεις Εξάρχεια κυκλοφορούν οι νουβέλες του Κρούγκερ, Unabomber, Νταρκ, Indigo κι έχει μεταφράσει δοκίμια και λογοτεχνία: Διακηρύξεις Ανεξαρτησίας Howard Zinn, Η Αρπαγή της Σοδειάς Vandana Shiva, Στη Νεκρή Καρδιά της Ηπείρου Kenneth Cook. Έχει επιμεληθεί μεταφραστικά και γλωσσολογικά σειρά βιβλίων για τις εκδόσεις Εξάρχεια.

84ac056b57dd032fcf18a346d4a81feb_Mego2.