Επηρμένη αυτογνωσία

UNDERGROUND ◍ Ρ ι ζ ο σ π α σ τ ι κ έ ς   Α ν α γ ν ώ σ ε ι ς Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ

Η αποκοπή από το παρελθόν

Η μάχη εναντίον των προκαταλήψεων του παρελθόντος, των παρωχημένων ιδεολογιών, των ακλόνητων στερεότυπων είναι πάντα άνιση, όχι όμως αδύνατη. Το παρελθόν είναι καλά πυργωμένο στις «αξίες» και τις «αρχές» της κυρίαρχης τάξης και ξέρει να υπερασπίζεται τα «κεκτημένα» του· άλλοτε αδιαφορεί και περιφρονεί και άλλοτε επιτίθεται με τους λακέδες του, εν προκειμένω με την προπαγάνδα και τους πρόθυμους να διαδώσουν αυτήν την προπαγάνδα.

Το παρόν είναι μέρος του παρελθόντος αφού όχι μόνο το φέρει μέσα του, αλλά και αναγκάζεται να το υπερασπιστεί γιατί τρέμει τη ρήξη. Ενιοι ποιητές δεν φοβούνται τη σύγκρουση με τις παλιές ιδέες και το ίδιο το σύστημα, είτε πολιτικό είτε πολιτισμικό.

Δεν αρνούνται να γίνουν παιδιά και λοξίες, να ξαναβρούν την αθωότητά τους να ξεφύγουν από τα τετριμμένα και το βάρος της συντήρησης. Βλέπουν την υποκρισία μέσα από την καθαρή ματιά των παιδιών και εκφράζονται με τον παρεκκλίνοντα λόγο του λοξία.

Αποκαλύπτουν, ελεύθεροι όντες, το ψεύδος και την έκπτωση του πολιτισμού, της ηθικής και της αισθητικής, φωνάζουν τον λόγο του σαρκασμού και της ανιδιοτέλειας, καθρεφτίζουν τα κενά της κοινωνίας και του λόγου. Οι κοινωνικές συμβάσεις διαλύονται μέσα από ένα πικρό χιούμορ που είναι και καταλυτικό για την ίδια την ανάγνωση και κατ’ επέκταση την απόλαυσή της.

Μια τέτοια προσέγγιση της ποίησης είναι στην ουσία μια δοξαστική αναφώνηση της ζωής που ασφυκτιά στα καλούπια του παρελθόντος, ενός παρελθόντος που δεν έχει προσληφθεί ή και φιλτραριστεί από τις ελίτ της οικονομίας και του πνεύματος.

Δεν υπάρχουν μέθοδοι και κανόνες στην εγχάραξη μιας τέτοιας ποίησης, δεν είναι ανάγκη να διαχωριστεί η μορφή από το περιεχόμενο· όλα συντείνουν στο να ακουστεί η φωνή του αντιστεκόμενου, του ριζοσπάστη, του εικονοκλάστη, χωρίς προκλητικό τρόπο, μόνο με το πάθος της αλήθειας. Να τη διαβάζουμε αυτήν την ποίηση, γιατί έχει σθένος: γνώση και αποφασιστικότητα.

Επιμέλεια: Γιώργος Σταματόπουλος

Τουλάχιστον οι συζητήσεις για τη διάσταση μορφής και περιεχομένου είναι πλέον σπάνιες. Στα ποιήματα του Κωστή Τριανταφύλλου μορφή δεν είναι μόνο η λέξη, η συνύπαρξη των λέξεων, είναι και η οπτικοποίησή τους, το εικαστικό φαινόμενο που δημιουργεί η παράταξη των ποιημάτων, τα σχέδια, τα χειρόγραφα, οι φωτογραφίες από εκθέσεις σχολείου, τα παρατεταμένα φωνήεντα, οι ανατυπώσεις, αυτό που συντελεί στην επικυριαρχία του σημαίνοντος.

Είναι ένα άρτιο μορφικό σύνολο δεμένο με μια γλώσσα που κόβει σαν δρεπάνι τα νοήματα, τα αφήνει να αιμορραγούν, ώστε μετά να τα αναπλάσει και να τα χρησιμοποιήσει με τον δικό του απελεύθερο τρόπο.

Στη λογική τού underground, σε μια εποχή που δεν δεχόταν τίποτα, άρα όφειλε να δοκιμάσει τα πάντα για να διαρρήξει τα δεσμά του φόβου, της ακινησίας και του ζόφου, τα ποιήματα των Κωστή είναι η φρενήρης κραυγή αισθητικής εκκαθάρισης του παλιού, μια πρόταση απόδρασης από το τότε παρόν, χωρίς αναγκαστικά να υπάρχει –προς τιμήν του ποιητή– το απόλυτα δομημένο πρόγραμμα προς το μέλλον.

Ήταν πρωτοπορία, παραμένουν ως αποτίμηση και μέτρο της πρωτοπορίας, γι’ αυτό ήταν παράνομα και επικίνδυνα. Γι’ αυτό εξακολουθούν να είναι επικίνδυνα.

apospasmata_front_lowΚωστής Τριανταφύλλου Αποσπάσματα του Κωστή 1967-1973 (Δεύτερη Εκδοση) Εκδόσεις Εξάρχεια Αθήνα 2015 σελ. 68 |

Κυκλοφορούσαν παράνομα γιατί ήταν η κακή συνείδηση μιας κοινωνίας που προσπαθούσε να εξηγήσει την πτώση της, να εκλογικεύσει την κατάπτωσή της, να ερμηνεύσει την παραίτησή της από το υπάρχον.Τα ποιήματα του Αγίου, στην πρώτη ενότητα, διακρίνονται από αυτή τη σπάνια έπαρση που χαρίζει η αυτογνωσία του καλλιτέχνη: ξέρει ότι θέλει να γίνει ο κριτής, ξέρει ότι θα πουληθεί για ένα κουστούμι, ξέρει ότι όταν επιστρέψει στο σπήλαιο οι δεσμώτες δεν θα θέλουν να ακούσουν για τα οικεία κακά.

Εξ ου προκύπτουν κατόπιν οι επαναστατικές του προκηρύξεις, οι οποίες, κυνικές, βαθύτατα πολιτικές, ανατέμνουν την καθημερινότητα, όχι της χούντας μόνο, αλλά και της όποιας ζωής, επερωτούν με παιδική έκπληξη για το νόημα των πράξεων, της εργασίας, της επιβίωσης, της αστικότητας, της μονοτονίας των τύπων που μας φυλακίζουν, διαβλέπουν με γέρικη σοφία το αδιέξοδο των παραλυμένων ιδεολογιών που θέλουν να γίνουν το αντίβαρο του αντικειμενικά εκπίπτοντος πολιτισμού.

Ύστερα κοιτά κατάματα τον εαυτό του, με μπίτνικ ρυθμό, αναστοχάζεται πάνω στο δικό του πρόσωπο ως απότοκο προσώπων της ζωής του, ριζοσπαστικοποιεί το κλασικό και ασκεί ακόμα μια υπόγεια κριτική στους θεσμούς μέσα από τα οχήματα των δικών του εμπειρικών δεδομένων, των ανθρώπων και των πραγμάτων.

Ο Άγιος αναλαμβάνει, αρχίζει και κατεδαφίζει, επιστρέφει στην κοινωνία, όχι πλέον για να επισημάνει, να υποδείξει, αλλά για να κατακεραυνώσει, προκλητικός πλέον, οργισμένος, πολιτικά αυτόνομος και αφοριστικός, λέει αυτό που θέλουν αρκετοί να πουν αλλά διστάζουν ή δεν έχουν τον τρόπο.

Η ευερέθιστη ματιά του περικυκλώνει τις λεπτομέρειες της καθημερινής ζωής, τον πόθο, την αηδία, την απόσυρση, την ανάθεση, την εκτόξευση σε στιγμές και σκέψεις, και τις αποδίδει χειρουργικά στο χαρτί με τον σαρκασμό που του επιτρέπει η άνεση του αναχωρητισμού από την ψευδή κοινωνία, της οποίας βέβαια παραμένει με συγκεκριμένους επιλεγμένους και στιβαρούς τρόπους κοινωνός.

Καθοδηγεί το στόμα του αναγνώστη του να σχηματίσει ένα πικρό χαμόγελο, αυτό που δημιουργείται όταν η απόλυτη αίσθηση του χιούμορ του συγκεράζεται με τον ρεαλισμό της απόρριψης των κοινωνικών συμβάσεων. Απαιτεί πολλά από τα μέλη της κοινωνίας, περιμένει ελάχιστα από το σύνολο.

Κλείνει πράττοντας αυτό που αποδοκιμάζει και το επιστρέφει χαιρέκακα στους υποτελείς της κριτικής, των αισθητικών προτύπων, της ηθικής τάξης, της κοινωνικής ορθότητας, των προδιαγεγραμμένων μέτρων. Η φόρμα, η μορφή, παραδέχεται, έχει την αυτονομία της, δεν χειραγωγείται για να εντάξει τον δημιουργό σε σχήματα «πρωτοπορίας», αναγνωστικής ευαρέσκειας και αποδοχής.

Γι’ αυτό παραμένει οξεία, αδιάκριτη, ενοχλητική και φέρουσα καθεαυτήν το περιεχόμενο της αμφισβήτησης ως του οικοδομικού υλικού μιας ερμηνείας της ζωής και των κατασκευών της που φτάνει εκεί που τα πεπατημένα εργαλεία αδυνατούν να προσεγγίσουν.

Η έκδοση των «Εξαρχείων» είναι καλαίσθητη και εύκολη γιατί έκανε το αυτονόητο: δεν πείραξε ούτε λέξη, ούτε μορφικό στοιχείο, ούτε χειρόγραφη τυπογραφική διόρθωση από το πρωτότυπο που κυκλοφόρησε σε στενούς κύκλους υπό το κράτος της λογοκρισίας και της ποινικοποίησης.

Το να γραφούν τα ποιήματά του, έχω την αίσθηση, ήταν μια πράξη απλής καθημερινής αντανάκλασης και διείσδυσης στα μύχια των θεσμών και των ανθρώπων που τους υλοποιούν, πράξη που μόνο ο ποιητής μπορεί να επιτελέσει με ακρίβεια. Το να διαβαστούν τα ποιήματα του Κωστή είναι μία άσκηση ισορροπίας, ένα πέρασμα στη ζώνη του συνειδησιακού κινδύνου, εν τέλει, μια πράξη εξόχως επαναστατική.

*Συγγραφέας