8 προτάσεις για αναγνώσεις τον Νοέμβριο [από το vakxikon.gr]

Η Ειρήνη Σταματοπούλου προτείνει το μυθιστόρημα Indigo του Δημήτρη Κωνσταντίνου (εκδ. Εξάρχεια) μέσα από το http://www.vakxikon.gr/8-προτάσεις-για-αναγνώσεις-τον-νοέμβρι/

Η επετειακή συνάντηση, εν είδει μνημόσυνου, τεσσάρων φίλων, των Μοβ, Ρεντ, Γκολντ και Μπλακ, με το ορθάνοιχτο στόμα του Μουνκ να δεσπόζει πάνω από το τζάκι, όπως εξιστορείται από τη ματαθανάτια προοπτική του Ίντιγκο (ή Ίντι) που αναλαμβάνει και τη συνολική αφήγηση του χρονικού της φιλίας και της ζωής του καθενός από την παρέα ξεχωριστά, όσο και των κοινών στιγμών των εφαπτόμενων διαδρομών τους. Με αυτή τη σκηνή ξεκινάει το μυθιστόρημα του Δημήτρη Κωνσταντίνου «Indigo» δίνοντας εξαρχής τον τόνο ενός σκοτεινού μετα-υπαρξισμού και ενός πένθους για το τέλος όλων των συλλογικοτήτων, όλων των οραματισμών για το μέλλον, τη χρεοκοπία όλων των ιδεολογιών, με βασικό αφηγηματικό έρεισμα το ηθικό και συναισθηματικό ναυάγιο μιας ολόκληρης γενιάς που προσωποποιείται στους κεντρικούς του ήρωες.

Ο συγγραφέας δίνει στο εγχείρημά του τον υπότιτλο «Ένας γρίφος για το εγώ, το εμείς και το τίποτα» και φροντίζει να αναφέρεται σε όλη την έκταση του βιβλίου στους χαρακτήρες του με τα παραπάνω παρατσούκλια, βασισμένα στα ιδιοσυγκρασιακά τους χαρακτηριστικά, ανάγοντάς τους σε πανανθρώπινους τύπους που επωμίζονται ένα συλλογικό πεπρωμένο.

«Εκείνο που έχει σημασία σ’ ένα έργο τέχνης», σημειώνει ο René Wellek, «είναι η αρμόζουσα ισορροπία ανάμεσα στην καθολικότητα και το επιμέρους ειδικό, αυτό που ο Λούκατς ονομάζει “ιδιαιτερότητα”». Η επιτυχία στην επίτευξή της καταδεικνύεται κυρίως από τη δημιουργία τύπων εκ μέρους του συγγραφέα. Ο τύπος, για τον Λούκατς, είναι ένα από τα κεντρικότερα προβλήματα της αισθητικής. Είναι η δικαίωση της λογοτεχνίας ως εικόνας του ανθρώπου για τον εαυτό του. Ο τύπος δεν είναι ούτε ο μέσος όρος ούτε η εκκεντρικότητα. Είναι «η εσώτατη ουσία μιας προσωπικότητας ως υποκινούμενης και οριζόμενης από τέτοιους καθορισμούς οι οποίοι ανήκουν αντικειμενικά σε μια σημαντική τάξη της εξέλιξης της κοινωνίας».

Οι καθορισμοί αυτοί, για τους ήρωες του Κωνσταντίνου, θα μπορούσαν να συνοψιστούν σε μια λυσσαλέα ορμή προς τον μηδενισμό, προς την άρνηση όλων των αξιών, ενώ οι αδιέξοδοι δρόμοι τους διαγράφουν την αφηγηματική ανέλιξη της πλοκής ως μια αναπόφευκτη καθοδική πορεία προς την άβυσσο – την άβυσσο του ανθρώπινου πνεύματος, της ηθικής και συναισθηματικής ελευθερίας και επιλογής του εαυτού μέσα στον κόσμο, της ανθρώπινης Ιστορίας.

Σύμφωνα με τον Barthes, τρία είναι τα βασικά συστατικά στοιχεία του έγχρονου υποκειμένου: τα πάθη, οι συμπτώσεις (η τυχαιότητα των γεγονότων) και η σωματική υποκειμενικότητα που ονομάζουμε ιδιοσυγκρασία. Ενώ η ανθρώπινη τραγωδία συνίσταται στην αβεβαιότητα των σημείων αυτών των συστατικών μερών, στο διφορούμενο των σημάτων ανθρώπων και συμπεριφορών που κάνει τον κόσμο αφόρητο.

Αυτά τα σημεία υποστασιώνονται σε διάφορες μορφές για τον αφηγητή: «Ο στομωμένος μπαλτάς του χασάπη, το μυαλό του συγγραφέα που στέρεψε από έμπνευση, ο στεγνός κόλπος της κλιμακτηρίου, το ξηρό στόμα αυτού που ανακοινώνει τον χωρισμό, τα κόκκινα μάτια του ξενύχτη, οι κόκκινες πληγές που αιμορραγούν στα γόνατα των παιδιών, τα αστείρευτα γέλια και ο σωματικός πόνος αυτού που σε βάρος του γελάνε, οι σίγουροι μισθοί των υπαλλήλων και οι καλλιτέχνες που ζητιανεύουν ψωροδεκάρες, όλα συνδέονται και πονάνε τα μάτια μας», διαβάζουμε στη σελίδα 146.

Για τους χαρακτήρες του Indigo, που ζουν σε ένα παράλογο σύμπαν όπου οι τυχαιότητες συνωμοτούν με τα υποκειμενικά και ιδιοσυγκρασιακά τους πεπρωμένα σε μια μεταφυσική φάρσα που παίζεται εις βάρος τους, η αναγκαστική ενδοκοσμική απάρνηση του κόσμου σημαίνει ακριβώς μια απόδραση από την αβάσταχτη ανακρίβεια του ανθρώπινου κώδικα, και περνάει σταδιακά από το ατομικό, στο συλλογικό, στο μελλοντικά προφητικό και στο συλλογικό μέλλον.

«Λίγο πριν περάσει ο Μοβ από τον έξω κόσμο στο κτήριο της Υπηρεσίας του», διαβάζουμε στη σελίδα 57, «αναρωτήθηκε για τη δουλειά που έκανε. Γιατί αυτή και όχι άλλη; Πώς κατέληξε εκεί; Πώς καταλήγουν όλοι κάπου; Θυμήθηκε το πολυκαιρισμένο θρανίο μας με τα χαρακτικά αποτυπώματα εκατοντάδων μαθητών επάνω του, έρωτες, ομάδες, συγκροτήματα, εκεί όπου καθόμασταν μαζί για πολλά χρόνια. Μάθημα επαγγελματικά προσανατολισμού, και είχα κουραστεί να ακούω πόσο σίγουρη η αποκατάσταση αν σπουδάζαμε οικονομικά. Το τίποτα στον ουρανό έξω από το παράθυρο». Λίγο παρακάτω, ο παρελθοντικός οραματισμός μιας προσωπικής ήττας μετατρέπεται σε μια συλλογική δυστοπία: «Ένα ποτάμι μπάζα. Η αποσύνθεση της πόλης και το μέλλον των ανθρώπων καθρεφτίζεται μέσα σε ένα ποτάμι χωρίς καθόλου νερό. Ένα ποτάμι πιο ξερό από την έρημο, μια ανθρώπινη πόλη χωρίς νερό να την ξεπλένει. Έχουν ξεμείνει οι κοίτες κατά μήκος του, είκοσι μέτρα μαχαιριές μέσα στη γη, για να κατρακυλάνε πιο εύκολα τα απορρίμματα των ανθρώπων κάτω από τη φανταχτερή επιφάνεια και να κάνουν όλοι ότι δεν τα βλέπουν• για να μπορούν πιο εύκολα να ξεχνούν δεκαετίες δύσοσμης ανάπτυξης και πολιτισμού, για να μπορούν πιο εύκολα να συνεχίζουν το ίδιο βιολί. Κάτω από τη γέφυρα του ποταμού, όλος ο σύγχρονος πολιτισμός μια χωματερή, λίγο έξω από τα ανατολικά σύνορα της πόλης».

Ενώ στη σελίδα 110, αυτή η έννοια του ζωτικού που μετατρέπεται σε πεισιθάνατο και ξηρασία, παίρνει τη μορφή μελλοντικής προβολής: «Μ’ όλα αυτά δεν πέρασε καθόλου από το μυαλό του η κόρη του. Θα γίνει σαν τη γυναίκα μου ή σαν τη Ρόζα; Νοικοκυρά και σίγουρη ή άστατη ερωτιάρα; Τι θα διάλεγε στη ζωή της, οικογένεια ή σεξ; Και τα δύο μαζί δεν γίνεται, ευτυχώς υπάρχουν και τα παράνομα πάθη. Και τα ψέματα για να μπορούμε να ζούμε. Ένα τέτοιο πάθος και πολλά ψέματα, τον γλίτωσαν από την πιθανή κατάληξη της ανεργίας. Όταν νιώθεις άχρηστος αυτοκτονείς. Θα ήταν η μικρή με τη ζωή τού τώρα ή με τη ζωή γενικά; Γιατί αυτές που ζούνε για τη στιγμή, συνήθως πνίγουν μια ολόκληρη ζωή στα μπλεξίματα. Και μαζί τους πνίγουν και τους ανθρώπους δίπλα τους, σ’ ένα λαβύρινθο στιγμών, απολαύσεις που όλες μαζί κάνουν μια δυστυχισμένη ζωή».

Στο γοτθικά εφιαλτικό σύμπαν του Κωνσταντίνου, μέσα από επίγειες διαδρομές που συχνά θυμίζουν αστυνομικό μυθιστόρημα ή noir, ο άνθρωπος πέφτει θύμα των ζοφερών, ολέθριων δυνάμεων ενός δαιμόνιου και δαιμονικού σύμπαντος, ενός πεπρωμένου που εμπλέκει στον κόσμο το αδιερμήνευτο κακό της αρχικής πτώσης και ευαγγελίζεται την υπόσχεση της πραγματικής ελευθερίας του υποκειμένου μέσω του σκότους, της αγωνίας και του μαρτυρίου.

«Ίσως κάποτε έρθει ο καιρός να παγώσουν όλα», γράφει ο Κωνσταντίνου στη σελίδα 136 ως κυνικός, δηλαδή σαρκαστικά και ομφαλοσκοπικά ρομαντικός. «Οι άνθρωποι, σαν παχύσαρκα φυτά θα ριζώνουν στις πολυθρόνες τους και όλα θα γίνονται με ηλεκτρόδια και δίκτυα. Καμία ανάγκη μετακίνησης. Όλες οι φυλακές άχρηστες, θα ερημώσουν. Απόλυτη ελευθερία, ακινησία και σιωπή στον πλανήτη».

Ειρήνη Σταματοπούλου