Μια συζήτηση για τις εκδόσεις Εξάρχεια με το περιοδικό Kaboom

Οι Εκδόσεις Εξάρχεια έχουν σίγουρα τραβήξει την προσοχή των ανθρώπων που οραματίζονται τον ριζικό μετασχηματισμό της κοινωνίας. Κάποιος που ενδιαφέρεται για τη ριζοσπαστική πολιτική σκέψη πέφτει συνέχεια πάνω τους, είτε χάρη στην κυκλοφορία κάποιου καινούριου τους βιβλίου, είτε συναντώντας τους ανθρώπους τους σε εκδηλώσεις και παρεμβάσεις στον δημόσιο λόγο. Τα φιλοσοφικά κείμενα του Στέφανου Ροζάνη, του Νίκου Ιωάννου και του Αλέξανδρου Σχισμένου, το Comix ergo sum  του τελευταίου, αλλά και οι νουβέλες του Δημήτρη Κωνσταντίνου είναι βιβλία που μας έχουν απασχολήσει. Έτσι, ζητήσαμε από τον Νίκο Κατσιαούνη, την ψυχή των εκδόσεων, να μας απαντήσει σε κάποιες ερωτήσεις σχετικές με το βιβλίο, το έργο του εκδότη, αλλά και την πολιτική στο χώρο του βιβλίου.

Πώς και πότε ξεκίνησαν οι Εκδόσεις Εξάρχεια; Πώς λειτουργούν; Πώς παίρνει κανείς την απόφαση  να μπει στον χώρο των εκδόσεων σε μια περίοδο που κολοσσοί του Τύπου, με όλα τα μέσα που διαθέτουν για επιθετικό μάρκετινγκ, οικονομία κλίμακας κλπ, δεινοπαθούν, ιδίως αν σκοπεύει να βιοποριστεί μέσα από αυτή του τη δραστηριότητα;

Οι εκδόσεις Εξάρχεια γεννήθηκαν πριν από 5 χρόνια περίπου. Αρχικά το εγχείρημα αυτό το πλαισίωσαν τέσσερεις άνθρωποι και μετά από περίπου ενάμιση χρόνο το συνεχίσαμε οι δύο, οι οποίοι παραμένουμε και έως σήμερα. Στην ουσία, ο λόγος που ξεκινήσαμε τις εκδόσεις Εξάρχεια ήταν η αγάπη μας για τα βιβλία. Η αγάπη για την ανάγνωση, την αναζήτηση και τον δημιουργικό αναστοχασμό που γεννάει η επαφή με τον κόσμο των βιβλίων. Προσωπικά μιλώντας, από μικρή ηλικία, όταν έπαιρνα ένα βιβλίο στα χέρια μου, φανταζόμουν τον συγγραφέα την ώρα που το έγραφε, τον εκδότη που το στήριζε για την έκδοσή του, τον τυπογράφο που το τύπωνε κ.λπ. Φανταζόμουν μια κοινότητα ανθρώπων να δημιουργεί για αυτό που κρατάω εγώ στα χέρια μου, το οποίο σημασιοδοτούνταν πέραν του υλικού. Ίσως γι΄αυτό τον λόγο όταν παίρνω μια καινούργια έκδοσή μας στα χέρια μου, ακόμη έχω αυτό τον ρομαντικό ενθουσιασμό της εφηβικής μου ηλικίας, παρά το γεγονός ότι πλέον είμαι μέσα σε όλο αυτό. Οι εκδόσεις βασίζονται, ως επί το πλείστον, στην προσωπική μας εργασία σε όλα τα στάδια που είναι απαραίτητα μέχρι το βιβλίο να φτάσει στον αναγνώστη, στις προθήκες των βιβλιοπωλείων, και οι αποφάσεις παίρνονται από κοινού για όλα τα θέματα. Ο χώρος του βιβλίου είναι ένας χώρος σκληρός και ανταγωνιστικός, δομημένος, όπως όλη η αγορά εξάλλου, σε λογικές άλογης κερδοφορίας, αθέμιτου ανταγωνισμού και φυσικά προϋποθέτει την ύπαρξη ενός κεφαλαίου απαραίτητου για να κινηθεί κανείς εντός της αγοράς. Εμείς ποτέ δεν είχαμε αυτό το κεφάλαιο. Απλά είχαμε την τρέλα, εάν θέλεις, την πίστη και την προσωπική και συλλογική επιθυμία να δημιουργήσουμε. Και σίγουρα συναντήσαμε και συναντάμε αρκετές δυσκολίες. Όμως, βλέπω με ενδιαφέρον ότι τα τελευταία χρόνια δημιουργούνται πολλές ανεξάρτητες εκδοτικές προσπάθειες με εξαιρετικό ενδιαφέρον, μεράκι και εκτίμηση σε αυτό που κάνουν. Να αντιμετωπίζουν, δηλαδή, το βιβλίο όχι ως ένα οποιοδήποτε αντικείμενο προς πώληση αλλά ως ένα πολιτιστικό, και κατεπέκτασιν κοινωνικό, αγαθό.

Τι θέλετε να προσφέρετε στο αναγνωστικό κοινό; Έχετε κάποια εξειδίκευση ως προς το περιεχόμενο των βιβλίων που εκδίδετε;

Το κριτήριο με το οποίο βγάζουμε ένα βιβλίο είναι αυτό αρχικά να ανταποκρίνεται στα αισθητικά μας κριτήρια, σε αυτό που εμείς θέλουμε να προάγουμε και να ταιριάζει με τις ευρύτερες αναζητήσεις μας. Τώρα, εάν αυτά καταφέρουν να αγγίξουν και ένα μέρος των κριτηρίων του αναγνωστικού κοινού, τότε η «συνταγή πέτυχε». Δεν υπάρχει κάποια εξειδίκευση στους τίτλους που βγάζουμε. Μας ενδιαφέρει ο πολιτικός στοχασμός και η φιλοσοφία, το δοκίμιο, η λογοτεχνία, η ποίηση, το θέατρο και όλα τα είδη του γραπτού λόγου. Εξάλλου πιστεύω ότι ο Λόγος, στην ουσία και στην αφαίρεσή του, δεν διαχωρίζεται αλλά αποτελεί μια ενότητα, που παρουσιάζεται μέσα από διάφορους τρόπους έκφρασης. Όπως επίσης μας ενδιαφέρει και η ανάδειξη ενός σύγχρονου και ριζοσπαστικού λόγου, όχι απαραίτητα στο πολιτικό πεδίο, που θα έχει να δώσει κάτι καινούργιο χωρίς να αναμασά τα ίδια και τα ίδια. Γι’ αυτό και στη λογική μας είναι η συνεργασία με ανθρώπους που στην ουσία προσπαθούν να σκεφτούν κριτικά απέναντι στο υπάρχον. Στο αναγνωστικό κοινό προσπαθούμε να προσφέρουμε βιβλία που να έχουν να πουν κάτι διαφορετικό, που να ξεφεύγουν από την ασημαντότητα η οποία κατακλύζει τον Λόγο, μέσα από τις διαφορετικές εκφράσεις του, τα τελευταία χρόνια.

 

Ακούγοντας τις εξαγγελίες της νέας κυβέρνησης για αλλαγή κατεύθυνσης στην κρατική πολιτική όσον αφορά το βιβλίο και ευρύτερα τον πολιτισμό, ποια είναι τα μέτρα που εσείς πιστεύετε ότι θα μπορούσαν να ληφθούν για να αναβαθμιστεί ο χώρος του βιβλίου;

Γενικά δεν ελπίζω (αναρωτιέμαι και εάν με ενδιαφέρει) σε ιδιαίτερη βοήθεια από το κράτος. Ούτε και έχω ιδιαίτερες ελπίδες με την νέα κυβέρνηση. Εξάλλου, αυτή η αλλαγή της κατεύθυνσης που ευαγγελίζεται, και στον χώρο του βιβλίου και στον πολιτισμό, χαρακτηρίζεται μέχρι τώρα από το γενικότερο πλαίσιο της «δημιουργικής ασάφειας» και μια κενή υποσχολογία. Ούτε θεωρώ και λύση ο πολιτισμός να καταντήσει κρατικοδίαιτος και εξαρτώμενος από τις επιχορηγήσεις των υπουργείων. Αυτό που ίσως πρέπει να γίνει είναι μια στροφή της κοινωνίας σε νέες αναζητήσεις, σε ποιοτικότερους δρόμους έκφρασης και σε μια διαδικασία να ξανασκεφτεί τον τρόπο που φαντάζεται τον εαυτό της. Ίσως τότε αναζητηθούν διαφορετικοί δρόμοι αναζήτησης ενός Λόγου που θα ξεφεύγει από την ασημαντότητα και θα επιδιώκει να ανοίξει έναν καινούργιο διάλογο, να θέσει ερωτήματα και να συνθέσει απαντήσεις.

Ποια είναι η γνώμη σας για την Ενιαία Τιμή Βιβλίου;

Η Ενιαία Τιμή Βιβλίου είχε ένα θετικό. Προσπαθούσε να συγκρατήσει τον ανταγωνισμό σε «θεμιτά» επίπεδα (κανένα βιβλιοπωλείο δεν μπορούσε να κάνει έκπτωση πάνω από 10% σε κάθε καινούργιο τίτλο για 2 περίπου χρόνια) και να περιορίσει την ασυδοσία των μεγάλων βιβλιοπωλείων (ειδικά των αλυσίδων) ώστε να μπορούν να επιβιώνουν και τα μικρά. Με την κατάργησή της τα μικρά βιβλιοπωλεία οδηγούνται στην καταστροφή, μιας και, εκ των πραγμάτων, δεν μπορούν να κάνουν τις εκπτώσεις που κάνουν τα μεγάλα βιβλιοπωλεία. Και είναι περιττό να αναφέρω ότι το κράτος δεν είχε κανένα εισπρακτικό ή άλλο όφελος από αυτή την κίνηση. Αντίθετα, δημιούργησε μια χαοτική κατάσταση. Και είναι ξεκάθαρο ότι αυτό το έκανε στη βάση ενός ακραίου, νεοφιλελεύθερου πλαισίου λειτουργίας όπου οποιοσδήποτε φραγμός (που όντως έβαζε η Ενιαία Τιμή) πρέπει να καταργηθεί στο όνομα της ελεύθερης αγοράς και του ελεύθερου ανταγωνισμού, που βεβαίως μόνο ελεύθερα δεν είναι. Εάν η κυβέρνηση του Συριζα την επαναφέρει νομίζω ότι θα είναι θετικό, ειδικά όσον αφορά την επιβίωση των μικρότερων βιβλιοπωλείων.

Ποιο είναι το βιβλίο που δεν έχει ακόμη εκδοθεί στα ελληνικά και πιστεύετε ότι πρέπει;

Υπάρχουν πολλά βιβλία που δεν έχουν ακόμη μεταφραστεί στα ελληνικά. Από την Φιλοσοφία και τον πολιτικό στοχασμό μέχρι το παιδικό βιβλίο και το θέατρο, μεγάλα έργα παραμένουν αμετάφραστα. Το κλίμα στην Ελλάδα άρχισε να αλλάζει από την Μεταπολίτευση και ύστερα όπου πολλοί εκδοτικοί οίκοι (αρκετοί δημιουργήθηκαν εκείνη την περίοδο) έφεραν στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό έργα κομβικής σημασίας για την εξέλιξη της ανθρώπινης σκέψης και δημιουργίας. Αυτό οφείλεται και στο γεγονός ότι μέχρι τότε υπήρχε, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, λογοκρισία και περιορισμός, για να μην πω απαγόρευση, στο τι εκδίδεται. Επιπλέον, υπήρξε και μια περίοδος που η ελληνική κοινωνία προχώρησε σε έναν ήπιο μετασχηματισμό που συνεπαγόταν ευρύτερες αναζητήσεις. Παρ’ όλα αυτά υπάρχουν πολλά έργα που παραμένουν αμετάφραστα. Από αμετάφραστα θα μπορούσα να πω ότι θα με ενδιέφερε να εκδώσω το The Making of the English Working Class του Edward Arthrur Thompson (ένα ιστορικό έργο κομβικής σημασίας) αλλά και έργα στοχαστών που κάποια από αυτά έχουν μεν εκδοθεί στα ελληνικά αλλά κάποια παραμένουν αμετάφραστα (για παράδειγμα έργα αγαπημένων στοχαστών όπως του Κορνήλιου Καστοριάδη, του Μισέλ Φουκώ, της Χανα Άρεντ και πολλών άλλων).

 

Ισχύει κατά τη γνώμη σας αυτό που λέγεται, ότι δηλαδή θα ζήσουμε κάποτε το τέλος του βιβλίου, την υποκατάστασή του από ηλεκτρονικά μέσα;

Σίγουρα η τάση της ηλεκτρονικής ανάγνωσης αυξάνεται με γοργούς ρυθμούς. Και είναι λογικό μιας και τα ηλεκτρονικά μέσα έχουν πλέον μπει για τα καλά στην καθημερινότητα των ανθρώπων, στις συνήθειές τους. Ειδικά στις νεότερες ηλικίες. Όμως, δεν πιστεύω ότι θα υπάρξει αυτό που λέμε αντικατάσταση. Με τα ηλεκτρονικά μέσα πάντως δεν θεωρώ ότι καταστρέφεται η διαδικασία της ανάγνωσης. Απλά αλλάζει ο τρόπος της. Αν και εμένα δεν με συγκινεί η ανάγνωση μέσα από μια οθόνη, εντούτοις δεν κινδυνολογώ. Μπορούν να συνυπάρξουν και τα δύο είδη μαζί. Αλλά θεωρώ ότι θα υπάρχουν πάντα άνθρωποι που θα γοητεύονται από τη μυρωδιά και το άκουσμα του χαρτιού, από τη θέαση και την καλλιτεχνία του μελανιού και του τυπώματος, από την αφή ενός βιβλίου που ανοίγοντας την πρώτη σελίδα ανοίγει και ένας νέος κόσμος.

Πώς φαντάζεστε τις Εκδόσεις Εξάρχεια σε δέκα χρόνια;

Δεν ξέρω εάν μπορώ να απαντήσω σε αυτή την ερώτηση. Ίσως γιατί με ερεθίζει και με εξιτάρει το παρόν περισσότερο από το μέλλον, «το σκαλοπάτι που φτάσαμε μπουσουλώντας, σκαρφαλώνοντας, σκοτώνοντας, τραγουδώντας ή κλαίγοντας –υπερασπιζόμαστε πάντα αυτό που είμαστε» για να θυμηθούμε μια φράση του Γεράσιμου Λυκιαρδόπουλου. Αυτό που θα μπορούσα να πω είναι ότι θα ήθελα γύρω από τις εκδόσεις Εξάρχεια να δημιουργηθεί ένας πυρήνας ανθρώπων, μια κοινότητα, που θα προσπαθήσει να δημιουργήσει και να εκφράσει την εποχή της, να αναδείξει έναν διαφορετικό και ριζοσπαστικό Λόγο, σε οποιαδήποτε μορφή έκφρασης και αν γίνει αυτό. Αυτό προσπαθούμε να το κάνουμε από τώρα και το έχουμε συνεχώς στο μυαλό μας. Σίγουρα δεν με ενδιαφέρει, ως συνειδητή επιδίωξη, οι εκδόσεις Εξάρχεια να γίνουν ο μεγαλύτερος εκδοτικός στην Ελλάδα και να αποκτήσω ένα σπίτι σε ένα νησί και ένα κότερο μέσα από αυτό. Αν τολμήσω να δώσω ένα στίγμα, ή μια επιθυμία, μέσα από ένα παράδειγμα, θα έλεγα ότι το πνεύμα που με ενδιαφέρει είναι αυτό των εκδόσεων Έρασμος. Αυτό αναμφισβήτητα δεν σημαίνει ότι τα Εξάρχεια (είτε ως οίκος είτε ως άτομα) μπορούν επουδενί να συγκριθούν με την παρέα του Στέφανου Ροζάνη (που είναι τιμή μας να του έχουμε εκδώσει 4 βιβλία έως τώρα), του Γεράσιμου Λυκιαρδόπουλου, του Μάριου Μαρκίδη, του Βύρωνα Λεοντάρη και της λοιπής παρέας. Θα αποτελούσε παραφροσύνη εάν το ισχυριζόμουν αυτό. Εξάλλου είναι διαφορετικά εγχειρήματα. Το παραπάνω το λέω απλά και μόνο ως πνεύμα. Δηλαδή, μια κοινότητα ανθρώπων που θα προσπαθεί να εκδίδει βιβλία ποιοτικά, που προάγουν τον διάλογο, την κριτική σκέψη, αλλά και, πέρα από αυτό, που συζητούν, συνδιαλέγονται και παράγουν και οι ίδιοι ως άτομα και ως κοινότητα ατόμων. Και φυσικά παραμένουν συνεπείς σε όλα τα παραπάνω μέσα στο πέρασμα του χρόνου.